Η ευθανασία μέσα από τα μάτια ενός απλού πιστού

 

 

Του Αναστάσιου Λέκκα, Δικηγόρου Παρ’ Αρείω Πάγω

Στην «Καθημερινή» της 18/9/16 ο καθηγητής κ. Λ. Ζούρος εκθέτει τις απόψεις του περί ευθανασίας κυρίως, αλλά και άλλων θεμάτων (αποτέφρωσης, ομοφυλοφιλίας, διαχωρισμού των εξουσιών μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας και ανεξιθρησκείας), και στην προσπάθειά του να γεφυρώσει τις αντίθετες περί ευθανασίας απόψεις μεταξύ του καθηγητή κ. Α. Χατζή και του μητροπολίτη Ναυπάκτου κ.κ. Ιεροθέου σχολιάζει αρνητικώς την Αρχιερατική άποψη αποδίδοντας μάλιστα, ως μη όφειλε, στο θέμα της αποτέφρωσης, εκδικητική της Εκκλησίας διάθεση: «Αφού εσύ, νεκρέ, αθέτησες την οδηγία μας, εμείς αρνούμαστε να σε προπέμψουμε ως χριστιανό, αντίθετα σου δίνουμε μια πρόγευση του τι σε περιμένει εις τους αιώνες των αιώνων. Καλά να πάθουν και οι συγγενείς σου, τέτοιος που ήσουν» και καταλήγει σε δήθεν αδυναμία της Εκκλησίας να εκτιμήσει τα μεγάλα προβλήματα, και το χειρότερο σε δήθεν διχαστική για το πλήρωμά της διάθεση, εφόσον εμμένει στο δογματισμό και «στο κενό γράμμα της παράδοσης», ενώ, εξάλλου, δεν παραλείπει να πει, πώς θα ήθελε την Εκκλησία.

Κατ’ αρχήν, δεν ενδιαφέρει το πώς εμείς θέλουμε εμείς να είναι η Εκκλησία, αλλά σημαντικό είναι το πώς Εκείνη, ως Μητέρα και κιβωτός της Αλήθειας, θέλει να είναι τα παιδιά της.

Ένα είναι σίγουρο: Εκείνη δεν εκδικείται ούτε διχάζει τα παιδιά της, αλλά τα αγαπά και τα ενώνει και το σπουδαιότερο ενδιαφέρεται για την πορεία τους στη ζωή από τη στιγμή που ο Θεός θα επιτρέψει να έρθουν στη γη μέχρις ότου και πάλι Εκείνος θα αποφασίσει το τέλος της επίγειας διαδρομής τους αλλά και πέραν του τάφου.

Ας έρθουμε όμως στο μείζον θέμα της ζωής και του θανάτου.

Όταν ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης κ.κ. Ιερόθεος λέει, ότι ο Θεός έδωσε τη ζωή και Αυτός έχει το δικαίωμα να την αφαιρέσει, δεν διατυπώνει απλώς ένα επιχείρημα ή προσωπική του μόνο γνώμη και αντίληψη, αλλά κάτι πολύ περισσότερο εκφράζει δικαίως και εγκύρως, την Αλήθεια της Ορθόδοξη Εκκλησίας του Χριστού τεκμηριωμένης στο Λόγο της ζωής, όπως αυτός περιγράφεται στην Αγία Γραφή, στην Αλήθεια των Δογμάτων της και στην Παράδοσή της, που δεν είναι βεβαίως «εμμονή στο κενό γράμμα», όπως αντιθέτως διατείνεται ο αρθρογράφος.

Πολύ περισσότερο αυτή η Αλήθεια δεν είναι «κενό γράμμα, ένα κρύσταλλο που το θαμπώνουμε με τα άχνα του συναισθηματισμού, αναπόφευκτη συνέπεια του δογματισμού», όπως αδίκως γράφει ο κ. Λ. Ζούρος, αλλά, αντιθέτως, είναι ο αψευδής και κρυστάλλινος λόγος του Χριστού, που δεν θαμπώνει ποτέ το κρύσταλλο του καθρέπτη γιατί είναι η καθαρή πνοή του Λόγου της Ζωής.

Έπειτα, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, βεβαίως υπάρχουν Δόγματα, αλλά Δόγματα Αληθείας, και όχι Δόγματα Ψεύδους που μπορεί να τα αναζητήσει κανείς μόνο σε δογματικές υλιστικές αντιλήψεις και ανθρώπινες ιδεολογίες .

Η Εκκλησία με τα Δόγματά της, την Παράδοσή της, το βίο και τα έργα των Πατέρων, τη ζωή και το παράδειγμα, το αίμα και την αυτοθυσία των Αγίων και των μαρτύρων της, κυρίως όμως με τη διδασκαλία του Θεανθρώπου Ιδρυτή της Κυρίου ημών, του αίροντος από φιλανθρωπία τις αμαρτίες όλων μας, του παθόντος, σταυρωθέντος και Αναστάντος εκ νεκρών, διδάσκει τη μόνη Αλήθεια, ότι δηλαδή δια της Αναστάσεως του Κυρίου ο θάνατος πέθανε. Δεν υπάρχει πια για τον άνθρωπο.

Μετά από τον τάφο αρχίζει μια άλλη καινή ζωή, που για να κατακτηθεί πρέπει ο άνθρωπος να περάσει την επίγεια ζωή του μέσα από στενό και τεθλιμμένο μονοπάτι, γεμάτο αγκάθια και τριβόλους, να ιδρώσει, να ματώσει, να πονέσει, να ταλαιπωρηθεί, να πολεμηθεί, να συκοφαντηθεί, να χάσει τα πάντα, αλλά να καταφέρει στο τέλος να κρατήσει τη ψυχή του, αντλώντας παρηγοριά μόνο από το Σταυρό του Χριστού, που είναι ο ορισμός των βασάνων, του πόνου και της θλίψης.

Μια τέτοια Εκκλησία της Αγάπης και της Ταπείνωσης, που σέβεται την ελευθερία του προσώπου και τις επιλογές του, που κουβαλάει αυτή την κιβωτό της Αλήθειας, πώς είναι δυνατό να κατηγορείται ότι δρα διχαστικά και εκδικητικά, ότι ταλαιπωρεί οικονομικά και ψυχολογικά συγγενείς νεκρών (περίπτωση αποτέφρωσης);

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η Εκκλησία και η διδασκαλία της, η Αλήθεια της οποίας επιβεβαιώνεται και θα επιβεβαιώνεται μέχρι της συντέλειας των αιώνων, ούτε η δήθεν αδυναμία της να κατανοήσει τα σύγχρονα προβλήματα του ανθρώπου και της Κοινωνίας, αλλά η επιχειρούμενη παραμόρφωση της Αλήθειας του Ορθόδοξου Εκκλησιαστικού Δόγματος περί Ζωής- Θανάτου-Ανάστασης Χριστού-Ανθρώπου-Θεού, παραμόρφωση μάλλον σκόπιμη, εφόσον παραλείπεται η Αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου, με συνακόλουθη Ανάσταση των ανθρώπων (νεκρών) για την Τελική Κρίση του Θεού.

Εξάλλου, η «επικέντρωση» της Εκκλησίας στην προαναφερόμενη Αλήθεια Της δεν έχει «περιορισμένη», όπως γράφει ο κ. Λ. Ζούρος, προοπτική, εφόσον ο Τριαδικός Θεός έχει χαράξει τα όρια της ζωής του ανθρώπου πέραν του κόσμου τούτου, μέχρι και της Ουράνιας και ατελεύτητης Βασιλείας Του, ούτε συνιστά άγνοια της Εκκλησίας για «έναν πλανήτη που βαδίζει», όχι βεβαίως προς έναν παγκόσμιο πολιτισμό, όπως πιστεύει ο κ. Λ. Ζούρος, αλλά προς μια παγκόσμια καταστροφή όπως τα πράγματα βεβαιώνουν.

Και αυτό θα συμβεί γιατί το σύγχρονο κοσμικό περιβάλλον που έχει δεχθεί και δέχεται μόνο μια παιδεία ουμανιστική στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού αδυνατεί να κατανοήσει ή δεν θέλει να κατανοήσει την Ορθόδοξη διδασκαλία, με συνακόλουθη συνέπεια ο άνθρωπος να στέκεται μετέωρος μπροστά στα μεγάλα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, των ασθενειών, του πόνου και της θλίψης, της πίστης και της μετάνοιας, και πολλές φορές να γίνεται «δούλος αλόγων παθών» και αντιλήψεων για να καταλήξει στη φθορά και το αδιέξοδα.

Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, λίγο πριν από το τέλος του κακοτράχαλου δρόμου, λίγο πιο κάτω από την κορυφή σωριάζεται στις πέτρες και στο χώμα.

Οι δυνάμεις του τον έχουν εγκαταλείψει, τότε εμφανίζεται μπροστά στον βασανισμένο και κουρασμένο άνθρωπο κάποιος που εγωιστικά συνεχίζει στην ανυπακοή και την αποστασία προς το Θεό και του λέει: Καλά κάνεις που θέλεις να τελειώσεις εδώ, άλλωστε εδώ είναι και το τέλος της Ζωής σου! Έλα να σε βοηθήσω εγώ! Πίστεψε στην Ευθανασία και όχι στην Αθανασία!».

Τον βοηθάει να φτάσει σε ένα βράχο, κι από εκεί ο δυστυχισμένος άνθρωπος ρίχνεται στο γκρεμό και στο χάος.

Έτσι κάπως περιγραφικά συμβαίνει με την ευθανασία. Μπορεί, βέβαια, το τέλος να έρθει και με κάποιο φάρμακο.

Το αποτέλεσμα πάντως είναι το ίδιο: Χάθηκε αδίκως μία ζωή, αφήνοντας, όμως , πίσω και το σύνεργο αυτής της οδυνηρής απώλειας.

Ωστόσο, αυτός που έφυγε κι αυτός που έμεινε έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την κοινή πίστη ότι τα πάντα τελειώνουν στο χώμα, ψυχή γι’ αυτούς δεν υπάρχει. Υπάρχει, επίσης, κάτι άλλο κοινό μεταξύ θύματος και του συνεργού: Υπηρέτησαν άξια και οι δύο το διάβολο!

Στην περίπτωση του Ιώβ, το απόλυτο χαρακτηριστικό θρίαμβο της Ζωής πάνω στη δυστυχία και τον πόνο, ο Θεός δίνει στο διάβολο την ρητή εντολή: «ιδού πάντα εστί αυτώ δίδωμι σοί, πλήν ψυχήν αυτού διατήρησον» ο Θεός, δηλαδή, για να μας δοκιμάσει και για να μας ασκήσει στον αγώνα της αρετής και εν τέλει της κατάκτησης της Βασιλείας Του, επιτρέπει στο διάβολο να μας πειράξει και να μας βλάψει σε ότι αγαπάμε περισσότερο στον κόσμο (παιδιά, οικογένεια, πλούτο, υγεία και όσα άλλα).

Ένα πράγμα απαγορεύει στο διάβολο ρητά: Να βλάψει την ψυχή μας, να αφαιρέσει δηλαδή τη ζωή μας. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο διάβολος, το κάνουν οι άνθρωποι!!

Αντιθέτως, συμβαίνει με τον πιστό άνθρωπο. Γι’ αυτό υπάρχει κυρίως η ψυχή. Η ζωή δεν τελειώνει με το θάνατο.

Πέραν του τάφου υπάρχει η Ζωή, γιατί υπάρχει η Ανάσταση του Χριστού, και συνακόλουθα και των πιστών σ’ Αυτόν παιδιών Του, που ποτέ δεν ξεχνούν ότι ο Τριαδικός Θεός έχει χαράξει για πάντα την εικόνα Του στην ψυχή τους κι αδιανόητο και αδύνατο τους είναι να πουλήσουν τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό για μια στιγμή απόλαυσης, για ένα «εφήμερο άνθος» τιμής ή δόξας ή πλούτου.

Στον αληθινά πιστό άνθρωπο πάντα θα ακούγεται ο λόγος του Θεανθρώπου Κυρίου: «τι ωφελήσει άνθρωπο, εάν κερδίσει τον κόσμον όλον και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού.» Μαρκ. η΄ 36).

Ένα είναι το αναμφίβολο γεγονός ότι ο Θεός από άμετρη αγάπη δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, κι ο άνθρωπος από αχαλίνωτη υπερηφάνεια και ανυπακοή στο θέλημα του Θεού κατρακύλησε στην άβυσσο των παθών του ( Γεν. κεφ. Β και Γ). αυτό συνακόλουθα έφερε τη ρήξη, σύγκρουση και επανάσταση του κορυφαίου δημιουργήματος του Θεού προς το Δημιουργό του, προκλήθηκε, βεβαίως, σε σχέση αιτίου και αιτιατού από το αβυσσαλέο μίσος του διαβόλου προς το Θεό και τον άνθρωπο, και επήλθε αυτή η σύγκρουση από τη στιγμή που ο διάβολος κατάφερε να βάλει στο νου του ανθρώπου τη μεγάλη ιδέα πως μπορούσε τάχα και αυτός να γίνει Θεός.

Αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της συνωμοσίας ήταν και είναι η ανατροπή της ισορροπίας και τη ειρήνης στον κόσμο με τα δεινά, τη δυστυχία και τις συμφορές που βλέπουμε.

Στην καρδιά ωστόσο του Θεού-Πατέρα δεν έσβησε ποτέ η αγάπη Του για τον πλανεμένο άνθρωπο, αλλά και στον πλανεμένο δεν έσβησε το μίσος για τον Θεό.

Τίποτα, όμως, δεν φτιάχνει ο Θεός, που μπορεί άλλος να το καταργήσει. Κανένας δεν μπορεί να ακυρώσει ή να καταργήσει ένα έργο που ο Θεός θέλει να μείνει, κι αυτό ισχύει προεχόντως για το κορυφαίο έργο Του, τον άνθρωπο.

Ο Θεός έφτιαξε τον Παράδεισο για να μη μείνει ποτέ κενός. Έτσι από την πρώτη στιγμή της προγονικής αθλιότητας μέχρι και της συντελείας των αιώνων έγιναν και γίνονται οι πορείες του Θεού και οι δρόμοι του ανθρώπου.

Από τότε και μέχρι το έσχατο τέλος θα πορεύεται ο Θεός διακριτικά δίπλα στον άνθρωπο, δίχως να αναμιγνύεται στην επιλογή της όποιας πορείας του ανθρώπου, ενεργώντας έτσι από απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία τη βούλησής του με την οποί τον προίκισε.

Από την ίδια χρονική αφετηρία και μέχρις εσχάτων άρχισαν και οι δρόμοι του ανθρώπου στον κόσμο, πορείες, όμως, φυγοκεντρικές και αποκλίνουσες και την Πηγή της Ζωής, και από εκείνους που εγωιστικά αυτονομήθηκαν και αυτονομούνται από το Θεό Πατέρα, και ασύνετα επέλεξαν να καθοδηγούνται από αυτόν που τους κατέστρεψε και τους καταστρέφει.

Έτσι ο πλανεμένος άνθρωπος θυσίασε και θυσιάζει την αφθαρσία και τη δόξα στη φθορά και το θάνατο, από κληρονόμος της Βασιλείας Του Θεού, προτίμησε να γίνει αχθοφόρος των κάθε είδους απολαύσεων, της οδύνης και της απελπισίας.

Όλους αυτού τους περιγράφει με ακρίβεια ο μεγάλος απόστολος των εθνών Παύλος (προς Ρωμαίους 1: 19-20).

Αξίζει να τους θυμηθούμε ποιοι είναι και ποια είναι τα έργα τους:

«19 Επειδή η γνώση για το Θεό και το θέλημά Του (όση μπορεί να χωρέσει ο άνθρωπος) είναι φανερή και γνωστή σ’ αυτούς· ο ίδιος ο Θεός την έχει φανερώσει σ’ αυτούς.

20 Διότι από τότε που χτίστηκε ο κόσμος, οι αόρατες τελειότητες του Θεού γίνονται καθαρά αισθητές με τη διάνοια δια μέσου των δημιουργημάτων, τόσο η αιώνια αυτού παντοδυναμία όσο και κάθε θεία τελειότητά Του, εις τρόπον ώστε να μένουν αυτοί αναπολόγητοι για τον αμαρτωλό βίο τους·

21 διότι, ενώ εγνώρισαν δια μέσου της δημιουργίας τον πάνσοφο και πανάγαθο Θεό, δεν τον εδόξασαν ως αληθινό Θεό για τα μεγαλεία Του και δεν τον ευχαρίστησαν για τις αναρίθμητες ευεργεσίες Του, αλλά επλανήθησαν με τους μωρούς και ψευδείς συλλογισμούς τους για τα είδωλα και την αμαρτωλή ζωή και εσκοτίσθη η ασύνετη διάνοιά τους·

22 και ενώ διακηρύσσουν ότι είναι σοφοί, αποδείχθηκαν μωροί και ανόητοι·

23 και αντικατέστησαν την άπειρη και μεγαλειώδη δόξα του άφθαρτου Θεού με υλικά αγάλματα, με είδωλα, που εικονίζουν φθαρτούς ανθρώπους και πτηνά και τετράποδα και ερπετά.

24 Για την ασέβεια δε και την αποστασία τους αυτή, απέσυρε ο Θεός τη χάρη Του και έτσι παραδόθηκαν και υποδουλώθηκαν σε αμαρτωλές επιθυμίες των καρδιών τους, σε ηθική ακαθαρσία, ώστε να εξευτελίζονται τα σώματά τους από αυτούς τους ίδιους.

25 Αυτοί αντάλλαξαν και αντικατέστησαν την αλήθεια του Θεού με το ψεύδος της ειδωλολατρίας, σεβάστηκαν δε και λάτρευσαν την άψυχη και άλογη και πεπερασμένη κτίση, αντί του Δημιουργού, ο οποίος την έκτισε.

26 Ακριβώς δε διότι λάτρευσαν ψευδείς και φαύλους θεούς, παρεχώρησε ο Θεός να παραδοθούν και να υποδουλωθούν σε εξευτελιστικά πάθη. Διότι και οι γυναίκες τους (χωρίς να εντραπούν και σεβασθούν ούτε τον εαυτό τους) άλλαξαν τη φυσική χρήση του φύλου τους σε παρά φύση και εξετράπησαν σε ακατανόμαστες πράξεις.

27 Κατά παρόμοιο τρόπο και οι άρρενες άφησαν τη φυσική σχέση της γυναίκας και φλογίστηκαν στις εμπαθείς ορέξεις μεταξύ τους, ώστε άνδρες σε άνδρες να ενεργούν αναίσχυντες και εξευτελιστικές πράξεις και να παίρνουν το μισθό που τους έπρεπε για τη πλάνη τους, από τον ίδιο τον εαυτό τους,

28 και καθώς δεν έκριναν καλό και δεν θέλησαν να κατέχουν την αληθή και σοφή γνώση για το Θεό, παρεχώρησε ο Θεός να παραδοθούν και υποδουλωθούν σε νου ανίκανο να διακρίνει το ορθό, με αποτέλεσμα να διαπράττουν αυτά τα απρεπή και επαίσχυντα.

29 Και έτσι γέμισαν και διαποτίστηκαν, στη ψυχή και στο σώμα, από κάθε αδικία, πορνεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία· γέμισαν από φθόνο, φόνο, φιλόνεικη διάθεση, δολιότητα και κάθε κακοήθεια.

30 Έγιναν κρυφοί κατήγοροι σιγοψιθυρίζοντες μεταξύ τους σε βάρος των άλλων, θρασείς συκοφάντες των απόντων, γεμάτοι μίσος κατά του Θεού, υβριστές, φαντασμένοι και κομπαστές, επιδειξιομανείς, επινοητές κακών σε βάρος των άλλων, ασεβείς και ανυπάκουοι απέναντι στους γονείς.

31 Άνθρωποι χωρίς σύνεση, που χωρίς ντροπή καταπατούν το λόγο τους και τις συμφωνίες που έχουν κάνει, άστοργοι απέναντι στου οικείους τους, αδιάλλακτοι και μνησίκακοι, σκληροί και ανάλγητοι στη ξένη δυστυχία.

32 Αυτοί, μολονότι γνώρισαν καλά το θέλημα του Θεού, ότι δηλαδή όσοι διαπράττουν τέτοια πονηρά έργα είναι άξιοι θανάτου, όχι μόνο κάνουν αυτά, αλλά από ψυχική πώρωση και κακότητα επιδοκιμάζουν με όλη την καρδιά τους εκείνους που τα πράττουν.».

Αγεφύρωτο, λοιπό, το χάσμα μεταξύ πίστης στο Θεό και απιστίας, γιατί δεν είναι μόνο η εκκίνηση του καθενός των αντιθέτων διαφορετική, αλλά και ο επιδιωκόμενος στόχος.

Στον πιστό άνθρωπο η ζωή αρχίζει από το Θεό και τελειώνει στην ένωση με το Θεό με τη σίγουρη πραγματοποίηση της προσδοκίας του για την ανάστασή του, στόχος που γίνεται κατορθωτός μόνο με την αυτοθυσία, την υπομονή, την ταπείνωση και την αγάπη.

Για εκείνους που επιλέγουν τα αδιέξοδα μονοπάτια των παθών και επιμένουν να τα αγνοούν θα παραμείνει πάντοτε ένας Θεός άγνωστος, και θα πορεύονται στο άγνωστο με καρδιά αποξηραμένη και χέρσα, φορτωμένη με ενοχές και απογοήτευση, και θα αφήνουν τη ναυαγισμένη ψυχή τους θλιβερό συντρίμμι κι αποκαΐδι στα βράχια.

Υπάρχει διέξοδο στο δράμα τους;

Αναμφίβολα ΝΑΙ!!

Όταν ο ναυαγισμένος σε κάποια ευλογημένη στιγμή της ζωής του, ακόμα και την τελευταία, μπορέσει να διακρίνει μέσα από το σκοτάδι του κάποια αμυδρή ακτίνα από φως, όταν και με τον τελευταίο αδύναμο ανασασμό της βασανισμένης καρδιάς του καταφέρει να πει, με κάποιο δάκρυ συντριβής, στο Θεό-Πατέρα: «Από το σκοτάδι επιστρέφω, Πατέρα, και το σώμα μου είναι όλο πληγωμένο και τα πόδια μου λύγισαν. Δεν προφταίνω να χτυπήσω την πόρτα Σου, συγχώρεσέ με και βοήθησέ με!».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *